I. Δομή
Οι αδενοϊοί είναι μια ομάδα μεσαίου
μεγέθους, ιών ds DNA.
Μέγεθος:
70-90 nm σε
διάμετρο
Γονιδίωμα:
- Γραμμικό μόριο ds DNA μήκους 26-45 kbp ενώ το DNA έχει ανεστραμμένες τελικές επαναλήψεις περίπου 100 bp και στα δύο άκρα.
- Κάθε αλυσίδα DNA συνδέεται ομοιοπολικά με πρωτεΐνη που κωδικοποιείται από τον ιό στο
άκρο 5'
Καψίδιο:
Το
καψίδιο έχει εικοσαεδρικό σχήμα και αποτελείται από 292 καψομερή με 20
τριγωνικές έδρες και 12 κορυφές.
Το
καψίδιο αποτελείται από 240 εξόνια και 12 πεντόνια.
Κάθε μονάδα
πεντονίου αποτελείται από μια βάση πεντονίου αγκυρωμένη στο καψίδιο
και μια προεξοχή (ίνα ή κόμπο) με έναν κόμπο στο άκρο. Έτσι, το
ιικό σωματίδιο μοιάζει με διαστημικό όχημα.
Η
προεξοχή ή ίνα βοηθά στη σύνδεση του αδενοϊού με το κύτταρο ξενιστή.
Η ίνα
περιέχει πρωτεΐνη προσκόλλησης ιού η οποία δρα ως αιμαγλουτινίνη.
Η βάση
πεντονίου φέρει μια δράση παρόμοια με τοξίνη που προκαλεί κυτταροπαθητική
επίδραση (CPE) στο κύτταρο ξενιστή.
Βήμα I: Προσκόλληση και είσοδος
-Ο αδενοϊός προσκολλάται στο κύτταρο
ξενιστή μέσω της ινικής του δομής στον υποδοχέα Coxsackie και τον υποδοχέα αδενοϊού (CAR)
στο κύτταρο ξενιστή.
-Η προσκόλληση της ίνας στον υποδοχέα της
στο κύτταρο ξενιστή ακολουθείται από αλληλεπίδραση της βάσης πεντονίου με την
κυτταρική ιντεγκρίνη, η οποία προάγει την εσωτερίκευση που προκαλείται από τον
υποδοχέα.
Βήμα II: Αποκάλυψη
·
Ο ιός εσωτερικεύεται σε ένα επικαλυμμένο
με κλαθρίνη ενδοσώμα και το υψηλό pH του ενδοσώματος βοηθά στην αποκάλυψη του
ιού.
·
Μεταφορά του ιικού DNA στον πυρήνα.
·
Το ιικό πυρηνοκαψίδιο μεταφέρεται από το
κυτταρόπλασμα στον πυρήνα με τη βοήθεια μικροσωληνίσκων (dynein motor) →
πυρηνικός πόρος
·
Ιικό DNA εισέρχεται στον ΠΥΡΗΝΑ (η
πρωτεΐνη VII συνοδεύει το DNA)
Βήμα III: Πρώιμη Μεταγραφή (Αποκλειστικά
στον Πυρήνα)
Μετά την αποκάλυψη του ιού, ο πυρήνας του
ιού παραδίδεται στον πυρήνα του κυττάρου, ο οποίος είναι η θέση μεταγραφής,
αντιγραφής DNA και συναρμολόγησης του αδενοϊού. Αυτό είναι η θεμελιώδης διαφορά
από τους RNA ιούς (RSV, hMPV, εντεροϊοί) που αντιγράφονται στο κυτταρόπλασμα
Είναι το πρώιμο συμβάν στην αντιγραφή του
ιού και συμβαίνει πριν ξεκινήσει η σύνθεση του ιικού DNA.
Είναι η προπαρασκευαστική φάση κατά την
οποία λαμβάνει χώρα η μεταγραφή του ιικού DNA σε mRNA (πρώιμο μεταγράφημα).
Το πρώιμο μεταγράφημα υφίσταται μετάφραση
για να παράγει περίπου 20 διαφορετικές πρώιμες πρωτεΐνες. Αυτές οι
πρώιμες πρωτεΐνες προκαλούν την είσοδο του κυττάρου του ξενιστή στη φάση S του
κυτταρικού κύκλου και τη δημιουργία συνθηκών ευνοϊκών για την αντιγραφή του
ιού.
Βήμα IV: Αντιγραφή DNA
-Η αντιγραφή του ιικού DNA λαμβάνει χώρα
στον πυρήνα.
-Η πρωτεΐνη που κωδικοποιείται από τον ιό
στο 5' άκρο της αλυσίδας του ιικού DNA λειτουργεί ως εκκινητής για την έναρξη
της σύνθεσης του ιικού DNA.
-Το όψιμο συμβάν ξεκινά ταυτόχρονα με την
έναρξη της σύνθεσης του ιικού DNA.
Βήμα V: Όψιμη Μεταγραφή και μετάφραση
Ένα μεγάλο μοναδικό πρωτογενές μεταγράφημα
συντίθεται από το ιικό DNA, το οποίο συρράπτεται σε 18 θραύσματα και κάθε
θραύσμα δρα ως mRNA και μεταφέρεται στο κυτταρόπλασμα.
Στο κυτταρόπλασμα, λαμβάνει χώρα η
μετάφραση και συντίθενται οι ιικές δομικές πρωτεΐνες.
Βήμα VI: Μορφογένεση και απελευθέρωση του
ιού
-Η μορφογένεση του αδενοϊού συμβαίνει μέσα
στον πυρήνα.
-Το ιικό DNA στη συνέχεια συσκευάζεται σε
ένα προσχηματισμένο ώριμο σωματίδιο ιού που σχηματίζει καψίδιο.
-Τα ώριμα σωματίδια του ιού είναι σταθερά,
μολυσματικά και ανθεκτικά στο ένζυμο νουκλεάση του κυττάρου ξενιστή.
-Η μόλυνση από αδενοϊό δεν προκαλεί λύση
του κυττάρου ξενιστή.
-Ο ώριμος ιός στη συνέχεια απελευθερώνεται
από το κύτταρο ξενιστή με εκβλάστηση.
III.
Τρόπος μετάδοσης του αδενοϊού
Η λοίμωξη από αδενοϊό μεταδίδεται από άτομο σε άτομο
απευθείας μέσω:
§ Σταγονιδίων αερολύματος
(αναπνευστική οδός)
- Κοπρανοστοματικής οδού
§ Μολυσμένα
δάχτυλα που μολύνουν τον επιπεφυκότα
- Επιμολυσμένων εστιών και αντικειμένων
IV. Παθογένεση
Ο αδενοϊός μπορεί να μολύνει και να
αναπαράγεται σε επιθηλιακά κύτταρα των αναπνευστικών οδών, του γαστρεντερικού
σωλήνα, της ουροδόχου κύστης και των ματιών.
Μετά την είσοδο του αδενοϊού στο ανθρώπινο
σώμα, μπορεί να πολλαπλασιαστεί σε επιθηλιακά κύτταρα του επιπεφυκότα, του
φάρυγγα ή του λεπτού εντέρου ανάλογα με τον τρόπο εισόδου και στη συνέχεια να
εξαπλωθεί στους περιφερειακούς λεμφαδένες.
Συνήθως ο αδενοϊός δεν εξαπλώνεται πέρα από τους περιφερειακούς λεμφαδένες.
Ο αδενοϊός προκαλεί τρεις τύπους
λοιμώξεων:
1. Λυτική λοίμωξη
Ο ιός αναπαράγεται ενεργά μέσα στο
κύτταρο ξενιστή, προκαλώντας λυτικές επιδράσεις που προκαλούν κυτταρικό θάνατο
και απελευθερώνει απογόνους ιούς.
Μετά την τοπική μόλυνση, οι ιοί μπορούν
να εξαπλωθούν σε σπλαχνικά όργανα.
Άμυνα ξενιστή έναντι της λυτικής
(οξείας) αδενοϊικής λοίμωξης
1. Πρώτη γραμμή: Έμφυτη ανοσία (ώρες)
Ανίχνευση του ιού
Η αδενοϊική λοίμωξη πυροδοτεί μια ταχεία μεταγραφική απόκριση στο
κύτταρο-ξενιστή, με σημαντική απορρύθμιση περίπου του 15% των μεταγραφημάτων
στον ιστό λίγο μετά τη μόλυνση, με χαρακτηριστική προφλεγμονώδη απόκριση.
Ιντερφερόνες τύπου Ι
Παίζουν διπλό ρόλο:
- Περιορίζουν άμεσα την ιική αντιγραφή στα μολυσμένα κύτταρα
- Είναι κρίσιμες για την ενεργοποίηση της επίκτητης Τ-κυτταρικής
ανοσίας — προάγουν τη διασταυρούμενη ενεργοποίηση (cross-priming) ειδικών
CD8+ Τ-κυττάρων και ενισχύουν την επιβίωση ενεργοποιημένων Τ-κυττάρων
Toll-like receptors (TLRs)
Ο αδενοϊός αναγνωρίζεται τόσο μέσω TLR-εξαρτώμενων όσο και TLR-ανεξάρτητων
οδών, ενεργοποιώντας την έμφυτη ανοσολογική απόκριση από τα πρώτα στάδια.
NK κύτταρα
Λειτουργούν ως συμπληρωματικός μηχανισμός επιτήρησης — ιδιαίτερα σημαντικά όταν
ο ιός (μέσω E3/19K, όπως είδαμε) προσπαθεί να κατεβάσει το MHC-I για να
αποφύγει τα Τ-κύτταρα, καθώς τα NK κύτταρα ενεργοποιούνται ακριβώς από τη
μειωμένη έκφραση MHC-I σε συνδυασμό με στρεσογόνα μόρια όπως τα MICA/MICB
2. Δεύτερη γραμμή: Επίκτητη κυτταρική ανοσία (ημέρες)
CD8+ κυτταροτοξικά Τ-λεμφοκύτταρα (CTL) — ο κύριος
«εκτελεστής»
Όπως έχουμε ήδη τονίσει επανειλημμένα, αυτά είναι ο βασικός μηχανισμός
εξάλειψης της οξείας λοίμωξης: αναγνωρίζουν ιικά πεπτίδια παρουσιαζόμενα σε
MHC-I και λύουν άμεσα τα μολυσμένα κύτταρα.
CD4+ Τ-βοηθητικά κύτταρα
Δεν σκοτώνουν άμεσα, αλλά είναι απαραίτητα για:
- Τη σωστή ενεργοποίηση/υποστήριξη των CD8+ CTL
- Την υποβοήθηση της παραγωγής αντισωμάτων από τα Β-κύτταρα
- Έκκριση κυτοκινών με αντιική δράση (π.χ. IFN-γ)
Δενδριτικά κύτταρα και μακροφάγα
Λειτουργούν ως κύρια αντιγονοπαρουσιαστικά κύτταρα, «γεφυρώνοντας» την έμφυτη
με την επίκτητη ανοσία και είναι υπεύθυνα για την ενεργοποίηση των αφελών
Τ-κυττάρων.
3. Ο ρόλος των αντισωμάτων (Β-κύτταρα)
Αν και τα CD8+ Τ-κύτταρα είναι κεντρικά για την
εξάλειψη μολυσμένων κυττάρων, η κάθαρση δεν είναι πλήρως ανεξάρτητη από
αντισώματα — σε πολλά ιικά μοντέλα, τα CD8+ Τ-κύτταρα φαίνεται να μην μπορούν
να εκκαθαρίσουν πλήρως τον ιό απουσία αντισωμάτων, εκτός αν υπάρχει ήδη πολύ
υψηλό επίπεδο προϋπάρχοντων ειδικών CD8+ Τ-κυττάρων. Τα αντισώματα:
- Εξουδετερώνουν ελεύθερα ιικά σωματίδια εξωκυτταρικά, εμποδίζοντας τη μόλυνση νέων κυττάρων (κάτι που τα CTL
δεν κάνουν, αφού δρουν μόνο ενδοκυτταρικά)
- Έχουν κεντρικό ρόλο στην πρόληψη επαναμόλυνσης — γι' αυτό και οι
αδενοϊικοί ορότυποι διαφέρουν ανοσολογικά (ο κάθε ορότυπος προκαλεί
σχετικά ειδική ανοσία)
Συνολική εικόνα — γιατί χρειάζονται όλα μαζί
Έμφυτη ανοσία (IFN-Ι, NK, TLR)
→ περιορίζει αρχικά τον ιό + «καλεί» την επίκτητη
ανοσία
↓
CD4+ Τ-βοηθητικά κύτταρα
→ υποστηρίζουν και καθοδηγούν
↓
CD8+ CTL (κύριος εκτελεστής)→ λύνουν τα μολυσμένα κύτταρα, σταματούν την ενδοκυτταρική αντιγραφή
↓
Αντισώματα (Β-κύτταρα)→ εξουδετερώνουν ελεύθερο ιό, εμποδίζουν εξάπλωση σε νέα κύτταρα
↓
Πλήρης κάθαρση λυτικής λοίμωξης (ενώ ένα υπολειμματικό
«απόθεμα» μπορεί να παραμείνει λανθάνον στα λεμφοκύτταρα)
Έτσι:
Σε Β-κυτταρική
ανεπάρκεια (π.χ. XLA): η CTL απόκριση παραμένει ανέπαφη, άρα ο αδενοϊός
ελέγχεται σχετικά καλά — γι' αυτό η χρόνια εντεροϊική (όχι αδενοϊική)
μηνιγγοεγκεφαλίτιδα είναι το χαρακτηριστικό πρόβλημα εκεί, καθώς οι εντεροϊοί
εξαρτώνται πολύ περισσότερο από αντισώματα
Σε Τ-κυτταρική/συνδυασμένη
ανεπάρκεια: καταρρέει ο κύριος μηχανισμός εξάλειψης → σοβαρή, διάχυτη
αδενοϊική νόσος
2. Λανθάνουσα λοίμωξη:
Ο αδενοϊός έχει την ιδιότητα να γίνεται
λανθάνων σε λεμφικά όργανα όπως οι αμυγδαλές και οι πλάκες του ουροποιητικού
συστήματος.
Θέσεις λανθάνουσας αδενοϊικής λοίμωξης
Ο αδενοϊός εγκαθιστά λανθάνουσα λοίμωξη
κυρίως σε λεμφοειδή ιστό, ειδικά στα Τ-λεμφοκύτταρα αυτού του
ιστού:
- Αμυγδαλές και αδενοειδείς εκβλαστήσεις — λανθάνουσα λοίμωξη ανιχνεύεται σε σχεδόν το 80% των παιδιών που
εξετάστηκαν, με τον αριθμό αντιγράφων ανά λεμφοειδές κύτταρο να φαίνεται
να μειώνεται με την ηλικία.
- Λεμφοειδής ιστός γαστρεντερικού συστήματος (Peyer's patches, εντερικός λεμφοειδής ιστός)
- Νεφρικό παρέγχυμα — έχει επίσης περιγραφεί ως πιθανή θέση
λανθάνουσας λοίμωξης
- Επιπεφυκότας/δακρυϊκός αδένας (χρόνια θηλώδη επιπεφυκίτιδα)
Ο μηχανισμός: η
λοίμωξη από αδενοϊούς της υποομάδας C φαίνεται να είναι μια διαδικασία δύο
σταδίων — οξεία αντιγραφή στα επιθηλιακά κύτταρα του ρινοφάρυγγα, ακολουθούμενη
από λανθάνουσα λοίμωξη των λεμφοκυττάρων στον βλεννογονοσχετιζόμενο λεμφοειδή
ιστό.
Η λανθάνουσα λοίμωξη μπορεί να
επανενεργοποιηθεί σε άτομο με υποκείμενη ανοσοανεπάρκεια (Τ-κυτταρική).
Νοσήματα : Διάχυτη
νόσος μετά από αλλογενή μεταμόσχευση (HSCT), Επίμονη/ υποτροπιάζουσα
αναπνευστική νόσος, Χρόνια αποβολή στα κόπρανα, Χρόνια θηλώδης επιπεφυκίτιδα, Αιμορραγική
κυστίτιδα (πιθανά)
Λανθάνουσα λοίμωξη + απώλεια
ανοσολογικού ελέγχου = επανενεργοποίηση → νόσος
Η λανθάνουσα λοίμωξη από μόνη της δεν προκαλεί νόσο.
Ο ιός παραμένει σιωπηλός στα λεμφοκύτταρα του λεμφοειδούς ιστού (αμυγδαλές,
έντερο, νεφρός, επιπεφυκότας) υπό συνεχή καταστολή από το ανοσοποιητικό —
κυρίως μέσω της συνεχούς επιτήρησης από κυτταροτοξικά Τ-κύτταρα.
Είναι μια δυναμική ισορροπία, όχι μια στατική, αβλαβής κατάσταση.
Τι σημαίνει αυτό μηχανιστικά
|
Κατάσταση |
Τι συμβαίνει στον ιό |
|
Φυσιολογική Τ-κυτταρική επιτήρηση |
Ο ιός παραμένει λανθάνων, ελεγχόμενος,
ασυμπτωματικός |
|
Απώλεια/μείωση Τ-κυτταρικού ελέγχου |
Ο ιός «απελευθερώνεται» από την καταστολή →
επανενεργοποιείται → μεταβαίνει σε λυτική φάση αντιγραφής → νόσος |
η λανθάνουσα λοίμωξη μπορεί να επανενεργοποιηθεί σε
ασθενείς με υποκείμενη ανοσία (δηλαδή προηγούμενη έκθεση), και ο ιός μπορεί να
μεταβεί σε λυτική φάση αναπαραγωγής — η ενεργοποίηση εξαρτάται ακριβώς από το
αν διατηρείται ή χάνεται αυτός ο ανοσολογικός έλεγχος.
Γιατί η Φυσιολογική Τ-κυτταρική επιτήρηση οδηγεί σε
λανθάνουσα λοίμωξη και όχι σε εξάλειψη
του ιού?
Η απάντηση έχει δύο σκέλη: ενεργή ιική στρατηγική
διαφυγής και βιολογία της ίδιας της λανθάνουσας κατάστασης.
1. Ο ιός ενεργά «τυφλώνει» τα Τ-κύτταρα στα κύτταρα
όπου παραμένει
Αυτό είναι το πιο κρίσιμο σημείο: δεν είναι ότι το
ανοσοποιητικό «αποτυγχάνει» παθητικά — ο αδενοϊός έχει εξελίξει συγκεκριμένα
γονίδια αφιερωμένα στην ενεργή διαφυγή από τα κυτταροτοξικά Τ-κύτταρα.
Η πρωτεΐνη E3/19K είναι το κλειδί:
Ο αδενοϊός κωδικοποιεί για μια πρωτεΐνη που δεσμεύει
τα μόρια MHC τάξης I μέσα στο ενδοπλασματικό δίκτυο του μολυσμένου κυττάρου και
εμποδίζει τη μεταφορά τους στην κυτταρική επιφάνεια
Χωρίς MHC-I στην επιφάνεια, το κυτταροτοξικό Τ-κύτταρο
δεν μπορεί να «δει» ότι το κύτταρο είναι μολυσμένο — ουσιαστικά ο ιός κρύβεται
από το ίδιο το σύστημα αναγνώρισης που φυσιολογικά θα το εξάλειφε
Ταυτόχρονα, η ίδια πρωτεΐνη δεσμεύει και μόρια
MICA/MICB, εμποδίζοντας έτσι και την αναγνώριση από NK κύτταρα (που φυσιολογικά
θα σκότωναν κύτταρα με χαμηλό MHC-I ως εναλλακτικό μηχανισμό επιτήρησης) —
δηλαδή ο ιός «καλύπτει» και τους δύο βασικούς μηχανισμούς κυτταρικής ανοσίας
ταυτόχρονα
Επιπλέον, ο ιός καταστέλλει και τη μεταγραφή του ίδιου
του γονιδίου MHC τάξης Ι, μειώνοντας τη διαθέσιμη ποσότητα μορίων ήδη από την
πηγή.
2. Γιατί λανθάνουσα κατάσταση, όχι πλήρης εξάλειψη — η
βιολογική λογική
Στα επιθηλιακά κύτταρα (οξεία λοίμωξη): εδώ ο ιός αντιγράφεται ενεργά (λυτική φάση), παράγει πρωτεΐνες σε αφθονία, και παρά τους μηχανισμούς διαφυγής, το κυτταρικό φορτίο είναι τόσο μεγάλο που τελικά τα Τ-κύτταρα υπερισχύουν και εξαλείφουν τη λοίμωξη — γι' αυτό η οξεία νόσος υποχωρεί.
Στα λεμφοκύτταρα (λανθάνουσα φάση): εδώ ο ιός δεν
βρίσκεται σε πλήρη λυτική αντιγραφή — εκφράζει μόνο περιορισμένο σύνολο ιικών
πρωτεϊνών, χωρίς πλήρη παραγωγή νέου ιού. Αυτό σημαίνει:
-Πολύ λιγότερα ιικά αντιγόνα διαθέσιμα για παρουσίαση
Σε συνδυασμό με την κατασταλμένη έκφραση MHC-I, το
«σήμα» που θα ειδοποιούσε τα Τ-κύτταρα είναι ουσιαστικά κάτω από το κατώφλι
ανίχνευσης
-Το κύτταρο-ξενιστής επιβιώνει σε μια «σιωπηλή»
κατάσταση αντί να καταστραφεί
3. Η αναλογία που βοηθά να το καταλάβουμε
Δεν είναι ότι το ανοσοποιητικό «χάνει» τον πόλεμο —
είναι ότι ο ιός έχει βρει μια στρατηγική θέση όπου η μάχη δεν διεξάγεται καν.
Είναι σαν κατάσκοπος που δεν πολεμά τον στρατό, αλλά κρύβεται σε σημείο όπου ο
στρατός δεν κοιτάζει καν — παραμένει εκεί ήσυχος, με ελάχιστο «αποτύπωμα»,
μέχρι να αλλάξουν οι συνθήκες.
4. Γιατί η απώλεια ελέγχου «ξεκλειδώνει» την
επανενεργοποίηση
Όταν μειώνεται ο συνολικός αριθμός ή η λειτουργικότητα
των Τ-κυττάρων (λόγω ανοσοκαταστολής), το ήδη αδύναμο «σήμα» από τα λανθάνοντα
λεμφοκύτταρα γίνεται ακόμη πιο ανεπαρκές για να διατηρήσει τον έλεγχο.
Παράλληλα, όπως είδαμε και σε προηγούμενη μελέτη, η ενεργοποίηση των ίδιων των
λεμφοκυττάρων (π.χ. μέσω TCR σηματοδότησης σε πλαίσιο άλλης ανοσολογικής
διέγερσης) μπορεί να πυροδοτήσει τη μετάβαση από λανθάνουσα σε λυτική έκφραση
γονιδίων — δηλαδή η ίδια η ανοσολογική δραστηριότητα (σε λάθος πλαίσιο) μπορεί
παράδοξα να «ξυπνήσει» τον ιό, αντί να τον καταστείλει περαιτέρω.
Είναι, λοιπόν, μια ισορροπία δύο δυνάμεων: η ιική
στρατηγική διαφυγής από τη μία, και η δύναμη της ανοσολογικής επιτήρησης από
την άλλη — και η λανθάνουσα κατάσταση είναι το σημείο ισορροπίας όπου καμία
πλευρά δεν «κερδίζει» πλήρως
Μοριακός μηχανισμός: πώς η ενεργοποίηση Τ-κυττάρων
«ξυπνά» τον λανθάνοντα αδενοϊό
Αυτό είναι πραγματικά ενεργό πεδίο έρευνας, αλλά
υπάρχουν αρκετά καλά τεκμηριωμένα κομμάτια του παζλ.
1. Το ιικό γονιδίωμα «κρύβεται» ως χρωματίνη
Καθώς το γονιδίωμα του αδενοϊού εισέρχεται στον
πυρήνα, ενσωματώνεται γρήγορα με κυτταρικές ιστόνες σχηματίζοντας χρωματίνη —
γίνεται δηλαδή "πακέτο" σαν το ίδιο το DNA του κυττάρου-ξενιστή. Σε
λανθάνουσα κατάσταση, αυτή η χρωματίνη παραμένει σε συμπυκνωμένη,
καταστελλόμενη μορφή — τα γονίδια είναι φυσικά «κλειδωμένα» και δεν
μεταγράφονται.
2. Το σήμα ενεργοποίησης Τ-κυττάρου «ξεκλειδώνει» τη
χρωματίνη
Όταν ένα Τ-κύτταρο ενεργοποιείται (π.χ. μέσω TCR
σηματοδότησης, ή πειραματικά με PMA/ιονομυκίνη που μιμούνται αυτό το σήμα),
συμβαίνουν σφαιρικές αλλαγές στη γονιδιακή έκφραση και τον μεταβολισμό
του κυττάρου — όχι μόνο στα δικά του γονίδια, αλλά και στο ενσωματωμένο ιικό
«φορτίο»:
- Ο υποκινητής του ιικού γονιδίου E3 είναι εξαιρετικά ευαίσθητος σε
σήματα ενεργοποίησης Τ-κυττάρων — σε πειραματικά μοντέλα, το PMA+ιονομυκίνη
αύξησε τη μεταγραφή του E3 έως και 100-200 φορές, πολύ περισσότερο απ' όσο
θα το έκανε η φυσιολογική ιική πρωτεΐνη E1A που κανονικά ενεργοποιεί το E3
- Ο μηχανισμός φαίνεται να διαμεσολαβείται κυρίως από τους μεταγραφικούς
παράγοντες NF-κB και AP-1 — δηλαδή τους ίδιους παράγοντες που
ενεργοποιεί φυσιολογικά το Τ-κύτταρο όταν «βλέπει» αντιγόνο μέσω του
υποδοχέα του (TCR)
Η ειρωνεία εδώ: το ίδιο
μοριακό μονοπάτι που το κύτταρο χρησιμοποιεί για να ανοσολογικά «απαντήσει»
χρησιμοποιείται από τον ιό ως έναυσμα για να βγει από τη λανθάνουσα κατάσταση.
Ο ιός έχει ουσιαστικά «καλωδιώσει» τον υποκινητή του πάνω στο ίδιο σύστημα
ενεργοποίησης του κυττάρου-ξενιστή.
3. Μεταβολικός μηχανισμός — ο ρόλος του NAD+/NADH
Ένας δεύτερος, συμπληρωματικός μηχανισμός: η
ενεργοποίηση λεμφοκυττάρων προκαλεί έντονες μεταβολικές αλλαγές,
συμπεριλαμβανομένης της αναλογίας ελεύθερου κυτταροπλασματικού NAD+/NADH, η
οποία μπορεί να επηρεάσει τη γονιδιακή έκφραση μέσω ρύθμισης μεταγραφικών
συμπλόκων καταστολής.
Εδώ εμπλέκεται η πρωτεΐνη CtBP (C-terminal
Binding Protein) — ένας συνδεδεμένος με NAD μεταγραφικός συν-καταστολέας που
δεσμεύεται με υψηλή συγγένεια στην ιική πρωτεΐνη E1A. Η ιδέα είναι ότι:
- Σε ηρεμία, το CtBP συμβάλλει στη διατήρηση της καταστολής του ιικού
γονιδιώματος
- Η μεταβολική αλλαγή στην ενεργοποίηση του λεμφοκυττάρου αλλάζει τη
λειτουργία του CtBP, «απελευθερώνοντας» τη μεταγραφή
4. Επιγενετικός μηχανισμός — αναστολείς απακετυλάσης
ιστονών (HDAC)
Σε πειράματα με ιστό αμυγδαλών, βρέθηκε ότι αναστολείς
HDAC προάγουν την επανενεργοποίηση λανθάνοντος αδενοϊού — δηλαδή η αποσυμπύκνωση
της χρωματίνης (μέσω αύξησης ακετυλίωσης ιστονών) από μόνη της αρκεί να
«ξεκλειδώσει» τα ιικά γονίδια, ανεξάρτητα από σηματοδότηση TCR. Ενδιαφέρον
είναι ότι η ίδια η ιική πρωτεΐνη E1A αλληλεπιδρά με ακετυλοτρανσφεράσες ιστονών
(p300/CBP) — άρα ο ιός έχει ήδη ενσωματωμένο μηχανισμό επιρροής της κατάστασης
της χρωματίνης του.
5. Πρόσθετος βιολογικός παράγοντας: το μικροβίωμα των
αμυγδαλών
Ενδιαφέρουσα πρόσθετη υπόθεση: οι ανθρώπινες αμυγδαλές
είναι καλυμμένες με βακτηριακά παθογόνα που μπορεί να χρησιμοποιούν μοριακά
πρότυπα σχετιζόμενα με παθογόνα ή μεταβολίτες για να προκαλέσουν επιγενετική
ενεργοποίηση και προφλεγμονώδη γονιδιακή μεταγραφή — δηλαδή ακόμη και τοπική
βακτηριακή φλεγμονή θα μπορούσε θεωρητικά να συμβάλει στην επανενεργοποίηση,
πέρα από την καθαρά αντιγονοειδική Τ-κυτταρική ενεργοποίηση.
Σύνοψη της αλυσίδας γεγονότων
Ενεργοποίηση Τ-κυττάρου (TCR/αντιγόνο ή φλεγμονή)
↓
NF-κB / AP-1 ενεργοποίηση + μεταβολική αλλαγή
(NAD+/NADH) + επιγενετική αποσυμπύκνωση χρωματίνης
↓
Μεταγραφή ιικού υποκινητή E3 (και άλλων πρώιμων
γονιδίων)
↓
Έκφραση E1A → περαιτέρω ενίσχυση μεταγραφής
↓
Μετάβαση από λανθάνουσα σε (ημι-)λυτική έκφραση →
παραγωγή ιικών σωματιδίων → επανενεργοποίηση
Γιατί ο όρος «απώλεια ανοσολογικού ελέγχου» είναι πιο
ακριβής από «ανοσοκαταστολή»
Όπως είπαμε πριν, αυτό καλύπτει ένα φάσμα
καταστάσεων, όχι μόνο την κλασική βαριά ανοσοκαταστολή:
- Πλήρης απώλεια ελέγχου → μεταμόσχευση, SCID: πιο πλήρης, σοβαρή, συχνά
θανατηφόρα επανενεργοποίηση
- Μερική/ήπια απώλεια ελέγχου → ήπιες/άτυπες ανοσοανεπάρκειες, σύνδρομα
ανοσολογικής δυσρύθμισης: πιο περιορισμένη, τοπική ή διαλείπουσα
επανενεργοποίηση (π.χ. χρόνια θηλώδης επιπεφυκίτιδα, υποτροπιάζουσα
αναπνευστική νόσος)
- Παροδική διαταραχή → σοβαρή συνυπάρχουσα νόσος, φυσιολογικό στρες:
πιθανή παροδική, αναστρέψιμη επανενεργοποίηση
Το αντίστροφο επιχείρημα — γιατί έχει διαγνωστική αξία
Ακριβώς επειδή η επανενεργοποίηση προϋποθέτει
κάποιου βαθμού απώλεια ελέγχου, η ίδια η παρουσία ασυνήθιστα
σοβαρής/επίμονης/υποτροπιάζουσας αδενοϊικής νόσου λειτουργεί ως έμμεσος βιολογικός
δείκτης ότι κάτι δεν λειτουργεί σωστά στην Τ-κυτταρική επιτήρηση — ακόμη κι
αν δεν υπάρχει ακόμη επίσημη διάγνωση ανοσοανεπάρκειας. Γι' αυτό και η κλινική
προσέγγιση είναι:
Ασυνήθιστη αδενοϊική νόσος → σκέψου «γιατί χάθηκε ο
έλεγχος;» → διερεύνησε το ανοσοποιητικό, μη θεωρείς απλώς «κακή τύχη»
Αυτό είναι, ουσιαστικά, η ίδια η λογική πίσω από όλη
τη διερεύνηση ήπιων ανοσοανεπαρκειών που συζητήσαμε στο προηγούμενο ερώτημα — η
νόσος από επανενεργοποίηση είναι σχεδόν πάντα ένα σύμπτωμα μιας
υποκείμενης ανοσολογικής αδυναμίας, ακόμη κι αν αυτή δεν είναι (ακόμη) κλινικά
προφανής ή κατηγοριοποιήσιμη.
Ποια είναι η λογική πίσω από την παραμονή του
υπολειμματικού «απόθεματος» που παραμένει λανθάνον στα λεμφοκύτταρα? Ποιός
κερδίζει, ποιός χάνει?
Η λογική: δεν είναι «αποτυχία», είναι μια σταθερή
στρατηγική ισορροπία
Ποιος «κερδίζει» — και γιατί δεν κερδίζει κανείς
πλήρως
Ο ιός κερδίζει επιβίωση, όχι κυριαρχία
Ο ιός δεν «θέλει» να σκοτώσει τον ξενιστή ή να προκαλέσει συνεχή νόσο — αυτό θα
ήταν αντιπαραγωγικό για την ίδια την επιβίωσή του (νεκρός ή σοβαρά άρρωστος
ξενιστής = λιγότερες ευκαιρίες μετάδοσης). Η λανθάνουσα κατάσταση είναι μια
στρατηγική μακροπρόθεσμης επιβίωσης με ελάχιστο κόστος:
- Δεν προκαλεί βλάβη στο κύτταρο-ξενιστή (το λεμφοκύτταρο επιβιώνει
κανονικά)
- Δεν προκαλεί ενεργό ανοσολογική αντίδραση (αφού δεν υπάρχει σχεδόν
καθόλου έκφραση αντιγόνων)
- Εξασφαλίζει μια μόνιμη «τράπεζα» ιικού γενετικού υλικού μέσα
στον ξενιστή, έτοιμη να επανενεργοποιηθεί όποτε δοθεί ευκαιρία
Το ανοσοποιητικό κερδίζει τον έλεγχο, όχι την εξάλειψη
Το ανοσοποιητικό δεν χρειάζεται να σκοτώσει κάθε μολυσμένο κύτταρο για
να «κερδίσει» — αρκεί να διατηρεί τον ιό κάτω από το κατώφλι νόσου. Αυτό
είναι σημαντικό: η πλήρης, αποστειρωτική ανοσία (sterilizing immunity) είναι
συχνά περιττά ακριβή στρατηγική βιολογικά — θα απαιτούσε συνεχή,
εξαντλητική επιτήρηση κάθε κυττάρου του σώματος για μια απειλή που, μια φορά
ελεγχόμενη, δεν είναι πλέον επικίνδυνη.
Γιατί δεν συμφέρει ούτε τον ξενιστή η πλήρης εξάλειψη
Υπάρχει ένα κόστος-όφελος εδώ που αξίζει να το
σκεφτούμε:
- Το να «κυνηγήσεις» και το τελευταίο ιικό αντίγραφο σε κάθε
λεμφοκύτταρο του σώματος θα απαιτούσε είτε καταστροφή τεράστιου αριθμού
από τα ίδια τα λεμφοκύτταρα του ξενιστή (immunopathology — η ίδια η
ανοσολογική απάντηση προκαλεί βλάβη), είτε ενεργειακά/μεταβολικά ασύμφορη
συνεχή επιτήρηση
- Είναι πιο «φθηνό» βιολογικά να διατηρείς μια δυναμική ισορροπία
ελέγχου παρά να επενδύεις πόρους στην πλήρη εξάλειψη ενός παθογόνου που,
ελεγχόμενο, δεν προκαλεί βλάβη
Η αναλογία «στρατηγικής λανθάνουσας κατάστασης»
Σε ανάλογα μοντέλα άλλων ιών με λανθάνουσα φάση (π.χ.
ερπητοϊοί), έχει προταθεί ένα μοντέλο «στρατηγικής λανθάνουσας κατάστασης με
χρονική αμοιβαιότητα»: ο ιός περνάει από φάσεις — επιθετική
αντιγραφή/μετάδοση στην πρωτολοίμωξη, ανοσορυθμιστική λανθάνουσα κατάσταση όσο
ο ξενιστής είναι ανοσοεπαρκής, και επανενεργοποίηση όταν η ανοσία εξασθενεί.
Κάθε φάση αντιπροσωπεύει μια δυναμική ισορροπία διαμορφωμένη από την ανοσία του
ξενιστή και τα βιολογικά χαρακτηριστικά «ιστορίας ζωής» του ιού.
Στη φάση της λανθάνουσας κατάστασης, η σχέση μοιάζει
περισσότερο με αμοιβαιότητα/συμβίωση χαμηλού κόστους παρά με σύγκρουση —
και οι δύο πλευρές «ανέχονται» η μία την άλλη.
Ποιος χάνει, τελικά;
Ο ξενιστής χάνει μόνο όταν αλλάξουν οι συνθήκες
Η «ζημιά» δεν είναι στην ίδια τη λανθάνουσα κατάσταση — είναι στην αλλαγή
της ισορροπίας. Όταν η ανοσολογική επιτήρηση αποδυναμωθεί (μεταμόσχευση,
ανοσοανεπάρκεια), η ισορροπία καταρρέει και ο ιός «επιστρέφει» στην επιθετική
στρατηγική επιβίωσης — αντιγραφή και μετάδοση, ανεξάρτητα από το κόστος για τον
συγκεκριμένο ξενιστή. Ενδιαφέρον στοιχείο από τη θεωρία εξέλιξης: παρατεταμένη,
συχνά ασυμπτωματική αποβολή ιών παρατηρείται χαρακτηριστικά σε ανοσοανεπαρκείς
ξενιστές — υποστηρίζοντας την ιδέα ότι η ανοσολογική επιτήρηση λειτουργεί ως ο
κύριος περιοριστικός παράγοντας της ιικής μετάδοσης, όχι μόνο της νόσου.
Σύνοψη σε μία πρόταση
Η λανθάνουσα κατάσταση δεν είναι ούτε νίκη του ξενιστή
ούτε νίκη του ιού — είναι μια αμοιβαία επικερδής ανακωχή: ο ιός
εξασφαλίζει μακροχρόνια επιβίωση/δυνατότητα μελλοντικής μετάδοσης με ελάχιστο
«κόστος ανίχνευσης», και ο ξενιστής αποφεύγει το κόστος (ενεργειακό και ιστικής
βλάβης) μιας εξαντλητικής, ίσως ανέφικτης, πλήρους εξάλειψης — μέχρι να
αλλάξουν οι όροι της συμφωνίας.
3. Ογκογενετικός μετασχηματισμός:
Ορισμένοι αδενοϊοί (ομάδας Α και Β)
μπορούν να μετασχηματίσουν το κύτταρο ξενιστή σε καρκινικό κύτταρο
ενσωματώνοντας το ιικό DNA στο DNA του ξενιστή, αν και η ογκογένεση δεν έχει
παρατηρηθεί σε ανθρώπινες λοιμώξεις.
Ταξινόμηση αδενοϊικών νοσημάτων: Λυτική
vs Λανθάνουσα βιολογική βάση
|
Νοσήματα από ΛΥΤΙΚΗ (οξεία,
πρωτολοιμώδης) λοίμωξη Εδώ ο ιός αντιγράφεται ενεργά σε
επιθηλιακά κύτταρα, με άμεση κυτταρολυτική δράση — η κλασική «πρώτη επαφή» με
τον ιό. |
Νοσήματα που συνδέονται με ΛΑΝΘΑΝΟΥΣΑ
λοίμωξη / επανενεργοποίηση Εδώ η νόσος
προκύπτει (κυρίως ή εν μέρει) από επανενεργοποίηση προϋπάρχοντος λανθάνοντος
ιού σε λεμφοειδή ιστό, όχι από νέα έκθεση. |
||
|
Νόσημα |
Ιστός-στόχος |
Νόσημα |
Θέση λανθάνουσας εστίας |
|
Φαρυγγοεπιπεφυκωτικός πυρετός (CF) |
Φάρυγγας, επιπεφυκότας |
Διάχυτη νόσος μετά HSCT (πλειοψηφία
περιπτώσεων) |
Εντερικός λεμφοειδής ιστός κυρίως |
|
Απλή αδενοϊική επιπεφυκίτιδα |
Επιπεφυκότας |
Χρόνια θηλώδης επιπεφυκίτιδα |
Επιπεφυκότας/δακρυϊκός αδένας |
|
Επιδημική κερατοεπιπεφυκίτιδα (EKC) —
οξεία φάση |
Επιπεφυκότας, κερατοειδής |
Βρογχιολίτιδα obliterans (μετά
χρόνιας/επανενεργοποιημένης πνευμονίας) |
Αμυγδαλές/αδενοειδείς εκβλαστήσεις |
|
Οξεία αναπνευστική νόσος / πνευμονία |
Αναπνευστικό επιθήλιο |
Χρόνια/διαλείπουσα αποβολή στα κόπρανα
σε ανοσοκατεσταλμένους |
Εντερικός λεμφοειδής ιστός |
|
Οξεία γαστρεντερίτιδα (εντερικοί
ορότυποι 40/41) |
Εντερικό επιθήλιο |
Επίμονη/υποτροπιάζουσα αναπνευστική
νόσος σε ανοσοκατεσταλμένους |
Λεμφοειδής ιστός αναπνευστικού |
|
Αιμορραγική κυστίτιδα σε ανοσοεπαρκή
παιδιά |
Ουροθήλιο |
|
|
|
Πρωτολοιμώδης διάχυτη νόσος (de novo,
όχι επανενεργοποίηση) |
Πολυοργανική (ιαιμία) |
|
|
Ο αδενοϊός μολύνει κυρίως παιδιά
και λιγότερο τους ενήλικες.
Οι περισσότερες λοιμώξεις από αδενοϊό
είναι ήπιες και αυτοπεριοριζόμενες.
Οι λοιμώξεις από τον ιό HadV προκαλούν μια ποικιλία κοινών κλινικών συνδρόμων τόσο σε ανοσοεπαρκείς όσο και σε ανοσοκατεσταλμένους ξενιστές. Αυτά τα σύνδρομα είναι δύσκολο να διακριθούν αξιόπιστα από παρόμοιες νόσους που προκαλούνται από άλλα παθογόνα, όπως ο αναπνευστικός συγκυτιακός ιός, ο ανθρώπινος μεταπνευμονοϊός, ο ανθρώπινος ρινοϊός, ο ροταϊός, ο στρεπτόκοκκος ομάδας Α και άλλα κοινά ιικά και βακτηριακά παθογόνα.
1. Αναπνευστικές ασθένειες:
Οξεία αναπνευστική νόσος:
πυρετός, ρινόρροια, βήχας, πονόλαιμος που διαρκεί 3-5 ημέρες. Αποτελεί τη συχνότερη
εκδήλωση της λοίμωξης από αδενοιούς σε παιδιά και ενήλικες & συνήθως
προκαλείται από τους τύπους 1,2,3,5,6. Είναι συνήθως ήπια αλλά μπορεί να
εμφανίζει επιπλοκές και να είναι σοβαρή. Οι πρωτοπαθείς λοιμώξεις στα βρέφη
συχνά συνοδεύονται από πυρετό και
συμπτώματα από το αναπνευστικό και σε μερικές σειρές επιπλέκονται από ωτίτιδα σε
περισσότερους από τους μισούς ασθενείς . Οι λοιμώξεις αναπνευστικού που
οφείλονται σε αδενοιούς συσχετίζονται με σημαντική επίπτωση διάρροιας
Φαρυγγίτιδα: Ο
αδενοϊός είναι η κύρια αιτία μη βακτηριακής φαρυγγίτιδας.
Είναι χαρακτηριστικό κλινικό σύνδρομο και αδενοιοι μπορούν να ανιχευθούν σε
15-20% των παιδιών με εκδήλωση φαρυγγίτιδας
μόνο, κυρίως σε παιδιά προσχολικής
ηλικίας και βρέφη. Μπορεί
να υπάρχει επίχρισμα στον φάρυγγα και
συχνά αναφέρεται πυρετός.
Οι περισσότερες περιπτώσεις οφείλονται στους τύπους
1,2,3, ή 5
Πνευμονία:
Οι αδενοϊοί 3,7 και 21 σχετίζονται
με πνευμονία. Δεν είναι συχνή αλλά 7-9% των παιδιών με
οξεία πνευμονία έχουν λοίμωξη από αδενοιούς. Αυτές οι λοιμώξεις έχουν δείκτη
θνησιμότητας που φθάνει το 10% και αυτοί που επιβιώνουν έχουν υπολειμματική
βλάβη των αεραγωγών, που εκδηλώνεται με βρογχεκτασία, αποφρακτική
βρογχιολίτιδα ή σπανίως με πνευμονική ίνωση
Φαρυγγοεπιπεφυκτικός πυρετός: Οι αδενοιοί 3,4,7,σχετίζονται με το χαρακτηριστικό αυτό σύνδρομο. Υψηλός πυρετός (διαρκεί 4-5 μέρες), επιπεφυκίτιδα (κόκκινα μάτια)- του ενός ή και των 2 ματιών που μπορεί να επιμένει και μετά την ύφεση του πυρετού & των άλλων συμπτωμάτων, φαρυγγίτιδα (πονόλαιμος) με χαρακτηριστική συμμετοχή του λεμφικού ιστού του φάρυγγα, διόγκωση των προωτιαίων και των τραχηλικών λεμφαδένων και ρινίτιδα , που εμφανίζεται κυρίως σε παιδιά σχολικής ηλικίας. Η κεφαλαλγία, η καταβολή και η αδυναμία είναι συχνά ευρήματα και υπάρχει σημαντικού βαθμού υπνηλία μετά την οξεία φάση της νόσου
Συχνός σε παιδιά σχολικής ηλικίας,
καλοκαίρι, σε επιδημίες (κολυμβητήρια χωρίς χλωρίωση)
Οξεία Αναπνευστική Νόσος
Οι λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος
είναι συχνές εκδηλώσεις των λοιμώξεων από HAdV σε παιδιά και ενήλικες. Οι HAdV
προκαλούν περίπου το 5-10% όλων των παιδικών αναπνευστικών παθήσεων. Οι
πρωτοπαθείς λοιμώξεις σε βρέφη μπορεί να εκδηλωθούν ως βρογχιολίτιδα ή πνευμονία. Η
πνευμονία από HAdV μπορεί να εμφανιστεί με χαρακτηριστικά πιο τυπικά για
βακτηριακή νόσο (λοβιακές διηθήσεις, υψηλός πυρετός, παραπνευμονικές συλλογές).
Ο HAdV14 έχει αναδειχθεί ως σημαντική αιτία σοβαρής οξείας αναπνευστικής νόσου
σε στρατιωτικούς και πολιτικούς πληθυσμούς, σε ορισμένες περιπτώσεις οδηγώντας
σε νοσηλεία και θάνατο. Η φαρυγγίτιδα που προκαλείται από HAdV συνήθως
περιλαμβάνει συμπτώματα ρινόρροιας, πονόλαιμου
και πυρετού. Ο
ιός μπορεί να ταυτοποιηθεί στο 15-20% των παιδιών με μεμονωμένη φαρυγγίτιδα,
κυρίως σε παιδιά προσχολικής ηλικίας και βρέφη.
2. Οφθαλμική λοίμωξη:
Επιδημική Κερατοεπιπεφυκίτιδα:
Είναι εξαιρετικά μεταδοτική και χαρακτηρίζεται από φωτοφοβία, δακρύρροια, πόνο
και φλεγμονή του επιπεφυκότα.
Φαρυγγοεπιπεφυκοτικός Πυρετός :
βλ παραπάνω
Μη Ειδική Σποραδική Θυλακιώδης
Επιπεφυκίτιδα
Χρόνια Κερατοεπιπεφυκίτιδα
Χρόνια θηλώδης επιπεφυκίτιδα (Chronic Papillary Conjunctivitis)
Η Χρόνια Θηλώδης Επιπεφυκίτιδα (Chronic
Papillary Conjunctivitis) είναι μια επίμονη φλεγμονή του εσωτερικού στρώματος
του βλεφάρου (επιπεφυκότας), η οποία χαρακτηρίζεται από τον σχηματισμό μικρών
εξογκωμάτων που ονομάζονται θηλές (papillae), δίκην «πλακόστρωτου». Η πιο συχνή
και έντονη μορφή της είναι η Γιγαντιαία Θηλώδης Επιπεφυκίτιδα (GPC), η οποία
συνήθως προκαλείται από μηχανικό ερεθισμό
Είναι κλινικά ασυνήθιστη γιατί ο αδενοϊός τυπικά
προκαλεί θυλακιώδη (follicular) αντίδραση, όχι θηλώδη (papillary) — η
θηλώδης αντίδραση συνήθως συνδέεται με αλλεργική, βακτηριακή ή τοξική
αιτιολογία. Η χρόνια θηλώδης μορφή αντιπροσωπεύει επομένως μια άτυπη, «μη
κλασική» εικόνα αδενοϊικής νόσου.
Το κλειδί εδώ είναι η επιμονή
αδενοϊικού DNA στο δακρυϊκό υμένα και τον επιπεφυκότα, ακόμη και μετά την
υποχώρηση της οξείας φάσης:
- Ο ιός μπορεί συνήθως να ανιχνευθεί στον οφθαλμό για ~2 εβδομάδες μετά
από τυπική λοίμωξη
- Σε ασθενείς με χρόνια θηλώδη επιπεφυκίτιδα, έχει ανιχνευθεί επιμένον
ιικό DNA για 2-3 χρόνια μετά την αρχική λοίμωξη
- Έχει περιγραφεί ιστορικά περίπτωση αμφοτερόπλευρης χρόνιας θηλώδους
επιπεφυκίτιδας που επέμεινε 16 μήνες, με απομόνωση ζωντανού
αδενοϊού τύπου 19 από τον οφθαλμό μετά από 12 μήνες υποτροπιάζουσας νόσου
Κλινική σημασία
- Αντιπροσωπεύει ουσιαστικά μια κατάσταση χρόνιου φορέα (chronic
carrier state) — ο ασθενής συνεχίζει να αποβάλλει μολυσματικό ιό
- Αυτό έχει σημαντικές επιδημιολογικές συνέπειες: ο ασθενής μπορεί να
παρουσιαστεί επανειλημμένα σε οφθαλμολογικά ιατρεία και να αποτελέσει άγνωστη
πηγή για την έναρξη νέων επιδημικών εξάρσεων επιδημικής κερατοεπιπεφυκίτιδας
(EKC), χωρίς να αναγνωρίζεται εύκολα λόγω της άτυπης (μη θυλακιώδους)
κλινικής εικόνας
Παθοφυσιολογία
Σχετίζεται με τον ίδιο ανοσολογικό
μηχανισμό που παράγει τα υποεπιθηλιακά διηθήματα στην EKC — δηλαδή μια χρόνια
ανοσολογική αντίδραση (Τ-κυτταρικά διαμεσολαβούμενη, με συμμετοχή
μακροφάγων/ινοβλαστών) έναντι επιμενόντων ιικών αντιγόνων στον ιστό, παρά την ενεργό οξεία κυτταρολυτική λοίμωξη.
Πρακτική σημασία στη διαφορική διάγνωση
Σε ασθενή με χρόνια, ατροφική θηλώδη
επιπεφυκίτιδα που δεν ανταποκρίνεται σε συνήθη αντιαλλεργική/αντιβακτηριακή
αγωγή, ειδικά με ιστορικό προηγούμενου επεισοδίου EKC, θα πρέπει να μπει
στη διαφορική διάγνωση η επίμονη αδενοϊική λοίμωξη — με PCR για αδενοϊικό DNA
στα δάκρυα/επιπεφυκότα ως διαγνωστικό εργαλείο.
3. Γαστρεντερική λοίμωξη
Ο ιός HAdV μπορεί να ανιχνευθεί στα
κόπρανα του 5-10% των παιδιών με οξεία διάρροια. Οι
περισσότερες περιπτώσεις οξείας διάρροιας είναι αυτοπεριοριζόμενες, αν
και μπορεί να εμφανιστεί σοβαρή νόσος. Η εντερική λοίμωξη με HAdV είναι συχνά ασυμπτωματική
και η αποβολή του ιού μετά από οξεία λοίμωξη μπορεί να παραταθεί, επομένως ο
αιτιολογικός ρόλος σε αυτά τα επεισόδια είναι συχνά αβέβαιος.
Ο HAdV μπορεί επίσης να προκαλέσει μεσεντέρια
αδενίτιδα. Αδενοιοί έχουν απομονωθεί σε κ/ες από βιοψίες
μεσεντέριων λεμφαδένων σε περιπτώσεις εγκολεασμού
και σκωληκοειδίτιδας
4. Αιμορραγική Κυστίτιδα
Η αιμορραγική κυστίτιδα συνίσταται
σε αιφνίδια εμφάνιση αιματουρίας, δυσουρίας, συχνοούρίας
και επιτακτικής ανάγκης για ούρηση με αρνητικά
αποτελέσματα βακτηριακής καλλιέργειας ούρων. Η
ανάλυση ούρων μπορεί να δείξει άσηπτη πυουρία εκτός από ερυθρά
αιμοσφαίρια. Αυτή η ασθένεια εμφανίζεται συχνότερα σε νεαρούς άνδρες και
συνήθως υποχωρεί από μόνη της σε 1-2 εβδομάδες.
4. Άλλες λοιμώξεις:
§ Συμπτώματα
που μοιάζουν με κοκκύτη σε παιδιά : 1. είτε μόνοι 2. είτε με Bordetella pertussis
§ Λαρυγγοτραχειοβρογχίτιδα
§ Βρογχιολίτιδα
§ Εξιδρωματική
αμυγδαλίτιδα
§ Μυοκαρδίτιδα
§ Ηπατίτιδα
§ Μηνιγγοεγκεφαλίτιδα
5. Αδενοϊοί σε Ανοσοκατεσταλμένους
Ασθενείς
Τα ανοσοκατεσταλμένα άτομα, ιδιαίτερα οι
λήπτες μεταμοσχεύσεων αιμοποιητικών βλαστικών κυττάρων (HSCTs) και μοσχευμάτων
συμπαγών οργάνων, διατρέχουν υψηλό κίνδυνο για σοβαρή και θανατηφόρα νόσο που
προκαλείται από τον ιό HAdV. Αυτοί οι ασθενείς μπορεί να εμφανίσουν πρωτοπαθή
λοίμωξη από HAdV.
Μπορεί επίσης να εμφανιστεί επανενεργοποίηση
του επίμονου ιού σε έναν λήπτη μοσχεύματος και μετάδοση του ιού από
όργανο δότη.
Η ανεπάρκεια οργάνων ως συνέπεια
πνευμονίας, ηπατίτιδας, γαστρεντερίτιδας και διάχυτης λοίμωξης εμφανίζεται
κυρίως σε αυτούς τους ασθενείς.
Η λοίμωξη από HAdV σε λήπτες HSCT εκδηλώνεται
συνήθως ως πνευμονική ή διάχυτη νόσος και
είναι πιθανότερο να εμφανιστεί τις πρώτες 100 ημέρες μετά τη μεταμόσχευση.
Η αιμορραγική κυστίτιδα που
προκαλείται από τον HAdV μπορεί να είναι σοβαρή σε λήπτες HSCT. Οι λοιμώξεις
που προκαλούνται από τον HAdV σε λήπτες μοσχεύματος συμπαγών οργάνων συνήθως
αφορούν το μεταμοσχευμένο όργανο.
Τα ανοσοκατεσταλμένα παιδιά διατρέχουν
μεγαλύτερο κίνδυνο από τους ανοσοκατεσταλμένους ενήλικες για περίπλοκη λοίμωξη
από HAdV, πιθανώς λόγω έλλειψης προϋπάρχουσας ανοσίας.
Πρόσθετοι παράγοντες κινδύνου
περιλαμβάνουν :
-μοσχεύματα με μειωμένα Τ-λεμφοκύτταρα,
-υψηλό επίπεδο ανοσοκαταστολής και
-την παρουσία νόσου μοσχεύματος έναντι
ξενιστή.
Ορισμένοι ειδικοί υποστηρίζουν μια προληπτική προσέγγιση διαλογής για την ανίχνευση και θεραπεία της λοίμωξης HAdV νωρίς σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς, με σκοπό την πρόληψη της διασποράς και της σοβαρής ασθένειας σε αυτόν τον ευάλωτο πληθυσμό, αν και δεν υπάρχει εξαιρετικά αποτελεσματική αντιιική θεραπεία.
VI. Εργαστηριακή διάγνωση
1. Δείγματα:
- Εξαρτάται από τη φύση των λοιμώξεων.
-Λήψη φαρυγγικού επιχρίσματος,
ρινοφαρυγγικών αναρροφήσεων, αναρροφών επιπεφυκότα, επιχρίσματος επιπεφυκότα,
ούρα, κόπρανα, αίμα, σωματικά υγρά
2. Μικροσκοπία: Ηλεκτρονικό μικροσκόπιο
3. Ανίχνευση αντιγόνου: ELISA, DFA test
4. Ορολογία ή ανίχνευση αντισωμάτων
5. Μοριακή τεχνική: PCR, DNA probe
6. Καλλιέργεια ιού: καλλιέργεια κυτταρικής
σειράς
Ο HAdV μπορεί να υποπτευθεί ως η
αιτιολογία μιας ασθένειας με βάση επιδημιολογικά ή κλινικά χαρακτηριστικά, αλλά
καμία από αυτές τις κατηγορίες δεν είναι αρκετά συγκεκριμένη για να θέσει
οριστικά τη διάγνωση. Η συχνότητα της ασυμπτωματικής απέκκρισης του HAdV
καθιστά δύσκολη την αποτίμηση της αιτιότητας σε αυτό το παθογόνο κατά καιρούς.
Οι περισσότεροι ορότυποι HAdV
αναπτύσσονται καλά σε καλλιέργεια, αν και αυτή η μέθοδος απαιτεί αρκετές
ημέρες και επομένως δεν είναι χρήσιμη για την έγκαιρη αναγνώριση.
Κύτταρα από αναπνευστικά ή οφθαλμικά
δείγματα μπορούν να εξεταστούν χρησιμοποιώντας ανοσοφθορίζουσα χρώση με
αντισώματα για την ανίχνευση πρωτεΐνης HAdV.
Οι εμπορικά διαθέσιμες ενζυμικές
ανοσοδοκιμασίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ταχεία ανίχνευση του HAdV
σε δείγματα ασθενών, συνήθως στα κόπρανα.
Οι μοριακές τεχνικές, όπως η
αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης, προσφέρουν μια γρήγορη, ευαίσθητη και ειδική
διάγνωση των λοιμώξεων HAdV και είναι πιο χρήσιμες κλινικά για τη διαχείριση
ύποπτων λοιμώξεων HAdV σε ανοσοκατεσταλμένους ξενιστές. Σε αυτούς τους
ασθενείς, η μέτρηση του αριθμού αντιγράφων του γονιδιώματος του HAdV
χρησιμοποιώντας μια ποσοτική αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης σε πραγματικό
χρόνο μπορεί να διευκολύνει τη διάγνωση και οι επαναλαμβανόμενες μετρήσεις
μπορούν να βοηθήσουν στην αξιολόγηση της ανταπόκρισης ενός ασθενούς στη
θεραπεία.
Multiplex μοριακές δοκιμασίες
ικανές να αναγνωρίσουν τον HAdV εκτός από άλλα παθογόνα είναι όλο και πιο
διαθέσιμες και χρήσιμες για ταχεία διάγνωση.
Η ορολογία είναι γενικά χρήσιμη
μόνο σε επιδημιολογικές έρευνες.
Επιπλοκές
Η πνευμονία από HAdV μπορεί
να οδηγήσει σε αναπνευστική ανεπάρκεια που απαιτεί μηχανικό αερισμό,
ειδικά σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς.
Η δευτερογενής βακτηριακή πνευμονία
δεν φαίνεται να είναι τόσο συχνή μετά από λοίμωξη από HAdV όσο είναι μετά από
λοίμωξη από γρίπη, αλλά τα δεδομένα που ασχολούνται με αυτό το ζήτημα είναι
περιορισμένα.
Η σοβαρή πνευμονία από HAdV έχει
συνδεθεί με χρόνια πνευμονοπάθεια και αποφρακτική βρογχιολίτιδα
σε μια μειονότητα περιπτώσεων.
Η επιδημική κερατοεπιπεφυκίτιδα είναι
μια απειλητική για την όραση μορφή λοίμωξης από HAdV.
Σχεδόν οποιαδήποτε μορφή λοίμωξης από HAdV
μπορεί να είναι θανατηφόρα σε έναν λήπτη HSCT ή μοσχεύματος συμπαγούς
οργάνου.
Ανθεκτική σοβαρή αναιμία που
απαιτεί επαναλαμβανόμενες μεταγγίσεις αίματος μπορεί να αναπτυχθεί σε λήπτες
HSCT με αιμορραγική κυστίτιδα.
Ποσοστά θνησιμότητας έως και 60-80% έχουν
αναφερθεί σε λήπτες μοσχεύματος με διάχυτη HAdV ή πνευμονία HAdV.
Θεραπεία
Η υποστηρικτική φροντίδα είναι
ο βασικός πυλώνας της θεραπείας της HAdV στις περισσότερες περιπτώσεις.
Οι ασθενείς με σοβαρή επιπεφυκίτιδα HAdV
θα πρέπει να παραπέμπονται για οφθαλμολογική συμβουλή.
Καμία ειδική αντιιική θεραπεία δεν παράγει
ένα σαφές κλινικό όφελος κατά της λοίμωξης HAdV.
Το νουκλεοσιδικό ανάλογο cidofovir
έχει in vitro δράση έναντι των περισσότερων οροτύπων
HAdV. Η cidofovir χρησιμοποιείται τοπικά για τη θεραπεία της επιδημικής κερατοεπιπεφυκίτιδας,
συχνά σε συνδυασμό με τοπικά στεροειδή ή άλλους ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες
για τον περιορισμό του φλεγμονώδους συστατικού. Η cidofovir μπορεί να
χρησιμοποιηθεί ενδοφλεβίως για λοιμώξεις HAdV σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς. Η
cidofovir είναι εξαιρετικά νεφροτοξική. Ωστόσο, η προενυδάτωση, η
ταυτόχρονη χορήγηση προβενεσίδης και η εβδομαδιαία δοσολογία μπορεί να μειώσουν
τη νεφρική τοξικότητα.
Κλινικές μελέτες υποδηλώνουν κάποιο όφελος
από την cidofovir, αλλά δεν υπάρχουν προοπτικές, τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες
δοκιμές της cidofovir για λοίμωξη HAdV. Επιπλέον, δεν υπάρχουν επίσημες οδηγίες
ή συστάσεις για θεραπεία.
Το παράγωγο της cidofovir, η βρινσιδοφοβίρη,
είναι καλύτερα ανεκτό από την cidofovir και δείχνει υποσχόμενη προσέγγιση για
την πρόληψη και τη θεραπεία της νόσου HAdV σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς,
αλλά η εμπειρία παραμένει περιορισμένη.
Υπάρχουν ανέκδοτες περιγραφές οφέλους από ενδοφλέβια
ανοσοσφαιρίνη.
Η υιοθετική ανοσοθεραπεία
που περιλαμβάνει την έγχυση Τ-λεμφοκυττάρων ειδικών για τον ιό HAdV μπορεί
επίσης να προσφέρει κάποιο όφελος σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς με
απειλητικές για τη ζωή λοιμώξεις από HAdV, αλλά αυτή η παρέμβαση δεν θεωρείται
ακόμη τυπική θεραπεία.
VII. Πρόληψη από λοίμωξη από αδενοϊό
·
Διατήρηση προσωπικής υγιεινής
·
Πλύσιμο συχνά των χέριών με σαπούνι και
νερό
·
Αποφυγή της άμεσης προσωπικής επαφής με το
άρρωστο άτομο
· Επικάλυψη του στόματος και της μύτης σε βήχα ή/& φτάρνισμα
·
Αποφύγυγή της επαφή με τα μάτια, τη μύτη ή
το στόμα με βρώμικα χέρια
· Σε περίπτωση συμπτωμάτων μετάβαση στο νοσοκομείο
Τα ζωντανά εξασθενημένα εμβόλια HAdV-4 και
HAdV-7 χρησιμοποιήθηκαν αποτελεσματικά στον στρατό των Ηνωμένων Πολιτειών από
τη δεκαετία του 1970 έως το 1999. Η διακοπή της χρήσης τους οδήγησε σε
εκτεταμένες επιδημίες σε στρατώνες και αυτά τα εμβόλια στη συνέχεια
επανεισήχθησαν σε στρατιωτική χρήση.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου