Μεταχρωματική
λευκοδυστροφία (ΜΧΛ)
AITIA
Το γονίδιο ARSA (γονιδιακός τόπος: 22q13.33) κωδικοποιεί για το
λυσοσωμικό ένζυμο αρυλοσουλφατάση Α, οι μεταλλάξεις του οποίου οδηγούν στην ΜΧΛ.
Αυτό το ένζυμο βρίσκεται σε κυτταρικές δομές που ονομάζονται λυσοσώματα, τα
οποία είναι τα κέντρα ανακύκλωσης του κυττάρου. Μέσα στα λυσοσώματα, η
αρυλοσουλφατάση Α βοηθά στην επεξεργασία ουσιών γνωστών ως σουλφατίδια.
Τα σουλφατίδια είναι μια υποομάδα σφιγγολιπιδίων, μιας κατηγορίας λιπών που
είναι σημαντικά συστατικά των κυτταρικών μεμβρανών. Τα σουλφατίδια είναι άφθονα
στη λευκή ουσία του νευρικού συστήματος, η οποία αποτελείται από νευρικές ίνες
που καλύπτονται από μυελίνη. Η μυελίνη, που αποτελείται από πολλαπλά στρώματα
μεμβρανών, μονώνει και προστατεύει τα νεύρα.
Μερικά άτομα με μεταχρωματική λευκοδυστροφία έχουν
μεταλλάξεις στο γονίδιο PSAP (10q22.1). Το γονίδιο PSAP παρέχει οδηγίες
για την παραγωγή μιας πρωτεΐνης που ονομάζεται προσαποσίνη. Αυτή η
πρωτεΐνη εμπλέκεται σε μια σειρά από βιολογικές λειτουργίες,
συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης του νευρικού συστήματος και του
αναπαραγωγικού συστήματος. Η προσαποσίνη είναι ο πρόδρομος τεσσάρων μικρότερων
πρωτεϊνών που ονομάζονται σαποσίνη A, B, C και D, οι οποίες παράγονται
όταν η προσαποσίνη διασπάται (διασπάται).
Οι μεμονωμένες σαποσίνες βρίσκονται σε κυτταρικές δομές που
ονομάζονται λυσοσώματα, τα οποία είναι τα κέντρα ανακύκλωσης του κυττάρου. Οι
σαποσίνες βοηθούν τα λυσοσωμικά ένζυμα να διασπάσουν τις λιπαρές ουσίες που
ονομάζονται σφιγγολιπίδια.
Η πρωτεΐνη σαποσίνη Β συνεργάζεται με διάφορα ένζυμα
για να διασπάσει τα σφιγγολιπίδια. Ο πιο κρίσιμος βιολογικός της ρόλος φαίνεται
να σχετίζεται με το ένζυμο αρυλοσουλφατάση Α. Αυτό το ένζυμο εμπλέκεται στη
διάσπαση μιας υποομάδας σφιγγολιπιδίων που ονομάζονται σουλφατίδια, ειδικά στη
λευκή ουσία του νευρικού συστήματος, η οποία αποτελείται από νευρικές ίνες που
καλύπτονται από μυελίνη. Η μυελίνη είναι μια ουσία που μονώνει και προστατεύει
τα νεύρα. Η σαποσίνη Β μπορεί επίσης να παίζει ρόλο στη μεταφορά λιπιδίων στην
εξωτερική επιφάνεια του κυττάρου, ώστε να μπορούν να αναγνωριστούν από το
ανοσοποιητικό σύστημα.
Η πρωτεΐνη σαποσίνη C συνεργάζεται με το ένζυμο
βήτα-γλυκοκερεβροσιδάση για να διασπάσει ένα άλλο σφιγγολιπίδιο που ονομάζεται
γλυκοκερεβροσίδη. Σε μερικά άτομα, μεταλλάξεις στο γονίδιο PSAP επηρεάζουν τη
λειτουργία της πρωτεΐνης σαποσίνης C, με αποτέλεσμα μια διαταραχή που μοιάζει
με σοβαρή μορφή νόσου Gaucher. Τα σημεία και τα συμπτώματα αυτής της
πάθησης περιλαμβάνουν νευρολογικά προβλήματα και ανώμαλη διόγκωση του ήπατος
και του σπλήνα (ηπατοσπληνομεγαλία). Χωρίς επαρκή πρωτεΐνη ενεργοποιητή
σαποσίνης C, το ένζυμο γλυκοκερεβροσιδάση δεν μπορεί να διασπάσει
αποτελεσματικά τη γλυκοκερεβροζίδη. Ως αποτέλεσμα, η γλυκοκερεβροζίδη
συσσωρεύεται στους ιστούς του σώματος όπως συμβαίνει στην κλασική μορφή της
νόσου Gaucher.
Μερικές μεταλλάξεις του γονιδίου PSAP έχουν επίσης εντοπιστεί σε άτομα με
σημεία και συμπτώματα που μοιάζουν με μια άλλη λευκοδυστροφία που ονομάζεται νόσος
Krabbe.
Οι σαποσίνες Α και D εμπλέκονται επίσης στην επεξεργασία των
σφιγγολιπιδίων.
Η συνδυασμένη ανεπάρκεια των
σαποσινών A, B, C και D προκαλείται από μεταλλάξεις του
γονιδίου PSAP. Τα άτομα
με αυτές τις μεταλλάξεις έχουν μαζική συσσώρευση σφιγγολιπιδίων στοκεντρικό νευρικό τους σύστημα και σε άλλα όργανα. Αυτή
η συσσώρευση έχει ως αποτέλεσμα πολύ σοβαρές νευρολογικές βλάβες από το ΚΝΣ,
νεογνική αναπνευστική αναεπάρκεια , οπτική ατροφία και ηπατοσπληνομεγαλία.
ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟΤΗΤΑ
Αυτή η διαταραχή του μεταβολισμού της μυελίνης κληρονομείται
ως αυτοσωμικό υπολειπόμενο χαρακτηριστικό και χαρακτηρίζεται από
ανεπάρκεια της δραστικότητας της αρυλοσουλφατάσης Α. Κατά τον αυτοσωματικό
υπολειπόμενο τρόπο μεταδίδονται και οι μεταλλάξεις από το PSAP γονίδιο
ΓΟΝΙΔΙΑΚΟΣ ΤΟΠΟΣ
Το γονίδιο ARSA βρίσκεται στο χρωμόσωμα 22q13.33, ενώ το PSAP γονίδιο
βρίσκεται στο χρωμόσωμα 10q22.1
ΠΑΘΟΓΕΝΕΣΗ
Η απουσία ή η ανεπάρκεια της αρυλοσουλφατάσης Α οδηγεί σε
συσσώρευση θειικού σερεβροσιδίου εντός της μυελίνης τόσο στο κεντρικό όσο και
στο περιφερικό νευρικό σύστημα λόγω της αδυναμίας διάσπασης του θειικού από το γαλακτοζυλο-3-θειικό
κεραμίδιο. Η υπερβολική θειική σερεβροσίδη πιστεύεται ότι προκαλεί διάσπαση της
μυελίνης.
ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ
Οι παθογόνες παραλλαγές στο γονίδιο ARSA ταξινομούνται ως
σοβαρές (0) ή ήπιες (R) με βάση την υπολειμματική ενζυμική δραστηριότητα.
ΔΡΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΕΝΖΥΜΟΥ
Ορισμένα άτομα με χαμηλή δραστικότητα του ενζύμου
αρυλοσουλφατάσης Α είναι κλινικά φυσιολογικά και έχουν ψευδοανεπάρκεια που
μπορεί να επιβεβαιωθεί μόνο με πρόσθετες γενετικές ή βιοχημικές εξετάσεις.
ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ
Κλινικοί υποτύποι μεταχρωματικής λευκοδυστροφίας
Τέσσερις κλινικοί υποτύποι MLD έχουν οριοθετηθεί με βάση την
ηλικία εμφάνισης των συμπτωμάτων: όψιμη βρεφική (<30 μήνες), πρώιμη
νεανική (2,5–6 έτη), όψιμη νεανική (>6–16 έτη) και ενήλικη
(>16 έτη).
Η έναρξη των συμπτωμάτων σε νεότερη ηλικία συνήθως
σχετίζεται με ταχύτερη εξέλιξη της νόσου και μικρότερο προσδόκιμο ζωής.
Σε σύγκριση με τις μορφές πρώιμης έναρξης (συμπεριλαμβανομένης της όψιμης βρεφικής και πρώιμης νεανικής), η πορεία της νόσου είναι πιο αργή σε εφήβους και ενήλικες. Αυτές οι μορφές όψιμης έναρξης χαρακτηρίζονται από πρώιμα γνωστικά, συμπεριφορικά και ψυχιατρικά συμπτώματα. Η κινητική υποχώρηση εμφανίζεται επίσης συχνά αργότερα στην πορεία της νόσου,με πιο αργή πορεία επιδείνωσης.
ΟΨΙΜΗ ΒΡΕΦΙΚΗ ΜΧΛ
Η όψιμη βρεφική MLD ( που συνήθως σχετίζεται με δύο
αλληλόμορφα 0 και χαρακτηρίζεται από πρώιμη κινητική βλάβη, ταχεία ψυχοκινητική
υποχώρηση και πρόωρο θάνατο) ξεκινά με ύπουλη
εμφάνιση διαταραχών βάδισης μεταξύ 1 και 2 ετών.
Το παιδί αρχικά φαίνεται αδέξιο
και συχνά πέφτει, αλλά η κίνηση σταδιακά μειώνεται σημαντικά και απαιτείται υποστήριξη για να περπατήσει. Τα άκρα
είναι υποτονικά και τα εν τω βάθει αντανακλαστικά των τενόντων απουσιάζουν ή
μειώνονται.
|
Διαταραχή βάδισης
& υποτονία →↓νοητικής λειτουργίας→ κορμική υποτονία → παραλύσεις → αποφλοίωση
→ εισρόφηση →θάνατος |
ΝΕΑΝΙΚΗ ΜΧΛ
Η ηλικία έναρξης είναι μεταξύ 30 μηνών και 16 ετών,
με μέση ηλικία τα έξι έτη και δύο μήνες. Τα συμπτώματα ξεκινούν ύπουλα
και μπορεί να περιλαμβάνουν κινητικά συμπτώματα όπως
δυσκολία συντονισμού, τρόμο, ανώμαλες κινήσεις και υποχώρηση των λεπτών
κινητικών δεξιοτήτων. Μπορεί επίσης να εκδηλωθούν γνωστικά
συμπτώματα, όπως μαθησιακές δυσκολίες, προβλήματα συγκέντρωσης και
διαταραχές συμπεριφοράς (π.χ. αλλαγές προσωπικότητας, παρορμητική συμπεριφορά,
προβλήματα ύπνου και απώλεια ενδιαφέροντος για δραστηριότητες).
Η πρώιμης έναρξης νεανική μορφή συνήθως
διαγιγνώσκεται πριν από την ηλικία των έξι ετών και μοιράζεται πολλές
ομοιότητες με την όψιμη βρεφική μορφή. Μερικά από τα αρχικά συμπτώματα μπορεί
να περιλαμβάνουν κινητικές και βαδιστικές διαταραχές. Αντίθετα, η όψιμης
έναρξης νεανική παραλλαγή συχνά εμφανίζεται αρχικά με συμπεριφορικές ανωμαλίες, ακολουθούμενες από
μείωση της σχολικής επίδοσης, γλωσσική υποχώρηση και διαταραχές βάδισης.
Για προγνωστικούς σκοπούς, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η
ηλικία έναρξης και η ποιότητα των συμπτωμάτων, με την παρουσία κινητικών
συμπτωμάτων κατά την έναρξη να αποτελεί αρνητικό προγνωστικό παράγοντα. Γενικά,
ο ρυθμός κινητικής επιδείνωσης είναι μεταβλητός, αλλά ανεξάρτητα από την ηλικία
έναρξης, μόλις ξεκινήσει η κινητική επιδείνωση, η υποχώρηση τείνει να είναι
ταχεία σε όλα τα άτομα με νεανική MLD. Τα περισσότερα άτομα πεθαίνουν πριν από
την ηλικία των 20 ετών, αλλά η επιβίωση είναι μεταβλητή.
ΦΑΙΝΟΤΥΠΟΙ ΝΟΣΟΥ
-Κινητικός
-Γνωστικός
-Μεικτός
-Άγνωστος
ΕΞΕΛΙΞΗ της ΝΟΣΟΥ & ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΥΠΟΤΥΠΩΝ
Κινητική λειτουργία :Συνολικά, ασθενείς με όψιμη
βρεφική MLD αναφέρθηκαν ότι είχαν ταχύτερη μείωση της κινητικής λειτουργίας με
την πάροδο του χρόνου σε σχέση με ασθενείς με νεανική MLD
Γνωστική λειτουργία (cognitive function): Οι
διαταραχές στη γνωστική λειτουργία επιδεινώνονται σε βάθος χρόνου
Κατάποση : Οι διαταραχές στον καταποτικό μηχανισμό
-στερεά τροφή (δυσφαγία), υγρά (δυσκαταποσία)- επιδεινώνονται στην εξέλιξη του
χρόνου
Ομιλία : Αναφέρονται οι διαταραχές της ομιλίας και/ή
παλινδρόμηση του λόγου
Αδρή Κινητική Λειτουργία : Γενικά, τα παιδιά με όψιμη
βρεφική MLD είχαν ταχύτερη επιδείνωση της αδρής κινητικής λειτουργίας σε σχέση
με τα παιδιά με νεανική MLD.
ΣΥΝΝΟΣΗΡΟΤΗΤΕΣ & ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ
Συννοσηρότητες και επιπλοκές που σχετίζονται με την MLD
αναφέρθηκαν σε διατομεακό επίπεδο σε 35 μελέτες.
Νευροπάθεια, επιληπτικές κρίσεις, ανωμαλίες της χοληδόχου
κύστης, ακράτεια, αταξία, επιληψία και οπτική ατροφία αναφέρθηκαν σε τέσσερις ή
περισσότερες μελέτες . Δυσκολίες στην κατάποση αναφέρθηκαν επίσης σε τέσσερις
μελέτες, εκ των οποίων τρεις ανέφεραν επίσης δυσκολίες στην αναπνοή και
υπερτονία ή υποτονία αναφέρθηκαν σε τρεις μελέτες.
Άλλες συννοσηρότητες και επιπλοκές που αναφέρθηκαν (μόνο σε
μεμονωμένες μελέτες) περιελάμβαναν σκολίωση, ετερόπλευρο υπεξάρθρημα αριστερού
ισχίου, σπαστική τετραπάρεση, δυσαρθρία, απώλεια όρασης, σπαστικότητα,
δυστονία, ανώμαλη νευρική αγωγιμότητα, μεταβολική οξέωση και έκπτωση του λόγου.
Επιπλέον, μια μελέτη συσχέτισης σε επίπεδο φαινομένου
συνέκρινε τέσσερις συγκεκριμένες λευκοδυστροφίες (φυλοσύνδετη λευκοδυστροφία,
νόσο Hurler, νόσο Krabbe και MLD) σε μια εθνική παιδιατρική βάση δεδομένων και
διαπίστωσε ότι ενώ η αναπτυξιακή καθυστέρηση, η επιληψία, οι διαταραχές υγρών
και ηλεκτρολυτών και τα αναπνευστικά προβλήματα ήταν κοινές νοσηρότητες στις
λευκοδυστροφίες, η παιδική εγκεφαλική παράλυση συσχετίστηκε μοναδικά με την
MLD.
ΔΙΑΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ
-Νόσος Krabbe
-Φυλοσύνδετη αδρενολευκοδυστροφία
-Νόσος Canavan
-Διαταραχές της Βιογένεσης των Υπεροξεισωματίων
-Νόσος εναπόθεσης σωματίων Πολυγλυκοζάνης
-Φουκοσίδωση
-Σχιζοφρένεια παιδικής έναρξης
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΟΥ ΘΕΤΟΥΝ ΤΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ
- λεπτομερής λήψη του ιστορικού
-λεπτομερής αποτίμηση της κλινικής κατάστασης του ασθενούς
-πλήρης νευρολογική εξέταση
-αναλυτική νευροαναπτυξιακή εξέταση
-αναλυτικό οικογενειακό ιστορικό
-γονιδιακός έλεγχος και καθορισμός του γονότυπου
-μέτρησης της δραστικότητας της αρυλοσουλφατάσης
-διενέργεια μαγνητικής τομογραφίας,
-διενέργεια των μελετών νευρικής αγωγιμότητας
-νευροψυχολογική αξιολόγηση.
Σε όλες τις περιπτώσεις , τα κριτήρια TIQ ≥85 και η
ταξινόμηση της αδρής κινητικής λειτουργίας για MLD (GMFC-MLD)<2 λαμβάνονται
ρητά υπόψη
ΔΙΑΓΝΩΣΗ
Η εφαρμογή ιώδους κρεσυλίου σε δείγματα ιστών παράγει
μεταχρωματική χρώση των κόκκων σουλφατιδίου,
δίνοντας στη νόσο το όνομά της.
Μέτρηση δραστηριότητας του ενζύμου αρυλσουλφατάση Α σε
λευκοκύτταρα ή σε καλλιεργημένους ινοβλάστες , η οποία διαπιστώνεται ελαττωμένη
. Οι τιμές της ενζυμικής ανεπάρκειας είναι από μη ανιχνεύσιμη ως 10% των φυσιολογικών
τιμών . Πάντως η ΜΧΛ πρέπει να διαφοροδιαγιγνώσκεται από την ψευδοανεπάρκεια της αρυλοσουλφατάσης Α (ανεπάρκεια
ενζύμου χωρίς κλινικά ή απεικονιστικά ευρήματα), η οποία παρουσιάζει
τιμές 5-20% των φυσιολογικών . Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιούνται οι εξής
δοκιμασίες :
-επίπεδα σουλφατιδίων ούρων
-φορτίο ραδιοσημασμένων σουλφατιδίων ινοβλαστών
-ανάλυση DNA μεταλλάξεων ή NGS
Για την αξιολόγηση της Αδρής Κινητικής Λειτουργίας χρησιμοποιείται η ταξινόμηση GMFC-MLD(Gross Motor Function Classification in metachromatic leucodystrophy), η οποία έχει ως εξής (>18 μηνών) :
|
Επίπεδο 0 |
Βάδισμα χωρίς υποστήριξη με ποιότητα απόδοσης
κανονική για την ηλικία |
|
Επίπεδο 1 |
Βάδισμα χωρίς υποστήριξη αλλά με μειωμένη ποιότητα
απόδοσης, δηλαδή αστάθεια κατά την ορθοστασία ή το περπάτημα |
|
Επίπεδο 2 |
Βάδισμα με υποστήριξη. Βάδισμα χωρίς υποστήριξη
αδύνατη (λιγότερα από πέντε βήματα) |
|
Επίπεδο 3 |
Κάθισμα χωρίς υποστήριξη και μετακίνηση όπως έρπυσμα
ή κύλιση. Βάδισμα με ή χωρίς υποστήριξη αδύνατη |
|
Επίπεδο 4
|
(α) Κάθισμα χωρίς υποστήριξη αλλά χωρίς μετακίνηση ή (β) Κάθισμα χωρίς υποστήριξη αδύνατη, αλλά
μετακίνηση όπως έρπυσμα ή κύλιση |
|
Επίπεδο 5 |
Καμία μετακίνηση ούτε κάθισμα χωρίς υποστήριξη, αλλά
ο έλεγχος της κεφαλής είναι δυνατός |
|
Επίπεδο 6 |
Απώλεια οποιασδήποτε μετακίνησης καθώς και απώλεια
οποιουδήποτε ελέγχου της κεφαλής και του κορμού |
|
φυσιολογική
γνωστική λειτουργία : |
TIQ ή DQ ≥ 85 |
|
εκτιμώμενη
φυσιολογική γνωστική λειτουργία |
Δεν υπάρχουν
κλινικά συμπτώματα γνωστικής έκπτωσης σε προσυμπτωματικούς ασθενείς |
|
οριακή
γνωστική βλάβη |
Συνολικό IQ μεταξύ 70 και 84, ή σε
περίπτωση έλλειψης συνολικής βαθμολογίας IQ: τρεις κανονικές βαθμολογίες δείκτη (≥85) με χαμηλή ταχύτητα
επεξεργασίας (<70) |
|
εκτιμώμενη
οριακή γνωστική βλάβη |
Βαθμολογίες
MoCA μεταξύ 11 και 25, ή εκτιμώμενο IQ
70–85 που μετρήθηκε με ελλιπή/διαγνωστικά τεστ |
|
σημαντική
γνωστική βλάβη |
Συνολικό IQ
κάτω από 70, ή σε περίπτωση
έλλειψης συνολικής βαθμολογίας IQ: δύο ή περισσότερες βαθμολογίες δείκτη/IQ
<70 |
|
εκτιμώμενη
σοβαρή γνωστική βλάβη. |
Ασθενείς με
σαφή συμπτωματολογία και γνωστική έκπτωση υποδεικνύονται ως γλωσσική
παλινδρόμηση (ELFC-MLD ≥3) ή βαθμολογίες MoCA <11, ή εκτιμώμενο IQ
κάτω από 70, όπως μετρήθηκε με ελλιπείς/διαγνωστικές εξετάσεις. |
NCV
& ΗΜΓ : Η νευροφυσιολογική αξιολόγηση δείχνει επιβράδυνση των
ταχυτήτων αγωγιμότητας των περιφερικών νεύρων και προοδευτικές αλλαγές στα VEP,
στις ακουστικές αντιδράσεις του εγκεφαλικού στελέχους και στα σωματοαισθητικά
προκλητά δυναμικά. Το ΗΜΓ έχει εικόνα απομυελινωτικής πολυνευροπάθειας
με διαταραχές στα συνολικα μυικά και αισθητικά δυναμικά δράσης
Απεικονιστικός έλεγχος : Οι εικόνες αξονικής
τομογραφίας και μαγνητικής τομογραφίας του εγκεφάλου δείχνουν διάχυτη
συμμετρική εξασθένηση της παρεγκεφαλιδικής και εγκεφαλικής λευκής ουσίας. Τα
κλασικά ευρήματα μαγνητικής τομογραφίας στην MLD συνήθως αποκαλύπτουν
αμφοτερόπλευρη συμμετρική εμπλοκή της περικοιλιακής λευκής ουσίας, του
μεσολόβιου, των φλοιονωτιαίων οδών και της παρεγκεφαλίδας. Oι T2-FLAIR εικόνες δείχνουν συμμετρικές,
διάχυτες & συρρέουσες βλάβες έντονου σήματος , μετωπιαίας & βρεγματικής
εντόπισης, χαρακτηριστικές της νόσου , αλλά μη ειδικές , ενώ οι Τ1 εικόνες
τείνουν αν είναι χαμηλού σήματος , ενδεικτικές απομυελινωτικού νοσήματος. Οι MRI ογκομετρικές
μελέτες δείχνουν ότι σημαντική απώλεια όγκου φαιάς ουσίας (GMV) στον εγκεφαλικό
φλοιό είναι ήδη παρούσα στα πρώιμα στάδια της MLD. Το IQ συσχετίζεται με τις
βαθμολογίες σοβαρότητας της εγκεφαλικής λευκής ουσίας (WM) και το μέγεθος της
βλάβης, αλλά όχι με τις ογκομετρικές μετρήσεις. Σε ενήλικες, υπάρχει πιο έντονη
ολική ατροφία με απώλεια GMV και WMV και επιταχυνόμενη λέπτυνση του φλοιού, πιο
εμφανώς στην έλικα του προσαγωγίου (έλικα του υπερμεσολοβίου) και στους
μετωπιαίους λοβούς.
Το U/S ή η CT κοιλίας δείχνει υπερπλαστικούς
πολύποδες της χοληδόχου κύστης, οι οποίοι μπορούν να προδιαθέτουν για καρκίνωμα
της χοληδόχου κύστης
ΕΝΥ : δείχνει αυξημένη περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες.
ΠΡΟΓΕΝΝΗΤΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ
Η προγεννητική διάγνωση της μεταχρωματικής λευκοδυστροφίας (MLD)
γίνεται με τον προσδιορισμό της δραστικότητας της αρυλοσουλφατάσης Α σε
χοριακές λάχνες ή καλλιεργημένα κύτταρα αμνιακού υγρού.
ΘΕΡΑΠΕΙΑ
Η μεταμόσχευση μυελού των οστών ή η γονιδιακή θεραπεία
με λεντοϊικά αιμοποιητικά βλαστοκύτταρα είναι μια πολλά υποσχόμενη πειραματική
θεραπεία για τη διαχείριση ασθενών με όψιμη βρεφική MLD που εντοπίζονται πολύ
νωρίς στην πορεία της ασθένειάς τους.
Η νεανική MLD (κινητικά & ψυχοκινητικά ελλείμματα)
έχει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με την όψιμη βρεφική MLD, αλλά η έναρξη των
συμπτωμάτων καθυστερεί στην ηλικία των 5-10 ετών. Η επιδείνωση
της σχολικής επίδοσης και οι αλλοιώσεις στην
προσωπικότητα μπορεί να προαναγγέλλουν την έναρξη της νόσου. Αυτό
ακολουθείται από :
-έλλειψη συντονισμού βάδισης
- ακράτεια ούρων και
-δυσαρθρία.
Ο μυϊκός τόνος αυξάνεται και
μπορεί να εμφανιστούν αταξία, δυστονία ή τρόμος.
Στα τελικά στάδια, οι γενικευμένοι τονικοκλονικοί σπασμοί είναι εμφανείς και είναι δύσκολο να ελεγχθούν. Οι ασθενείς σπάνια ζουν πέρα από τα μέσα της εφηβείας.
ΘΕΡΑΠΕΙΑ
-Αλλογενής μεταμόσχευση αιμοποιητικών βλαστικών κυττάρων
(HSCT)
-Υποστηρικτική φροντίδα (δηλαδή, φυσικοθεραπεία,
μυοχαλαρωτικά, θεραπείες διαχείρισης πόνου) με στόχο τη διαχείριση των
επιπλοκών της νόσου και τη διατήρηση της ποιότητας ζωής που σχετίζεται με την
υγεία (HRQoL) των ασθενών
-Το Atidarsagene autotemcel, μια νέα θεραπεία για την
MLD, είναι μια ex vivo αυτόλογη γονιδιακή θεραπεία που
βασίζεται σε αιμοποιητικά βλαστικά και προγονικά κύτταρα και περιλαμβάνει την
εξαγωγή CD34+ βλαστικών κυττάρων από τον μυελό των οστών ή το αίμα ενός
ασθενούς, έχει εγκριθεί στην ΕΕ/Νορβηγία/Λιχτενστάιν/Ισλανδία και το Ηνωμένο
Βασίλειο και χρησιμοποιείται επί του παρόντος ως ερευνητική θεραπεία στις ΗΠΑ.
Τα βλαστικά κύτταρα τροποποιούνται γενετικά από έναν φορέα λεντοϊού και, μετά
από μυελοαφαιρετική προετοιμασία για να δημιουργηθεί χώρος για τα γενετικά
τροποποιημένα κύτταρα, επιστρέφονται στον ασθενή με ενδοφλέβια έγχυση. Τα
διορθωμένα κύτταρα μπορούν στη συνέχεια να διαφοροποιηθούν και να
μεταναστεύσουν στους προσβεβλημένους ιστούς και να παράγουν μια λειτουργική
εκδοχή του ενζύμου ARSA. Στόχος της θεραπείας είναι να σταματήσει η εξέλιξη της
νόσου ή/και να τροποποιήσει τη φυσική της πορεία.
Σε ασθενείς με LI, η επιβίωση για την atidarsagene autotemcel εμφανίστηκε μεγαλύτερη από ό,τι για την NHx και την HSCT, όπως παρατηρήθηκε σε άλλες μελέτες. Η επιβίωση για τους ασθενείς με EJ φάνηκε να είναι παρόμοια μεταξύ των ασθενών που έλαβαν atidarsagene autotemcel, των ληπτών HSCT και της ομάδας NHx. Ωστόσο, δεν παρατηρήθηκε LI και μόνο το 15% των ασθενών με EJ που έλαβαν atidarsagene autotemcel παρατηρήθηκε να έχουν πεθάνει λόγω εξέλιξης της νόσου σε διάστημα περίπου 3 ετών, σε αντίθεση με το 50% της LI και το 20% των ασθενών με J που έλαβαν HSCT εντός 1 έτους . Η αδρή κινητική λειτουργία βελτιώθηκε με την atidarsagene autotemcel σε σύγκριση με την απουσία θεραπείας τόσο για την αριστερή πλευρά όσο και για την ισχιακή άρθρωση, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με την αρχέγονη κυτταρική μεταμόσχευση (HSCT), όπου λιγότεροι ασθενείς με J και κανένας ασθενής με LI διατήρησαν τη λειτουργία τους. Η HSCT φάνηκε να έχει μικρή διαφορά στη γνωστική έκπτωση, ενώ η φυσιολογική απόκτηση γνωστικών δεξιοτήτων στην πλειονότητα των ασθενών με θεραπεία με atidarsagene autotemcel. Η HSCT φάνηκε να σχετίζεται με θανάτους που σχετίζονται με τη θεραπεία, σε αντίθεση με την atidarsagene autotemcel, όπου δεν παρατηρήθηκαν θάνατοι που σχετίζονται με τη θεραπεία